Το ροζ μπαλόνι…

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα πολύ μακριά από την δική μας υπήρχε ένα τεράστιο δάσος. Σε

αυτό το δάσος υπήρχαν δυο μικρά σπίτια, ξύλινα και φτωχικά. Στα δυο αυτά σπίτια ζούσαν οι γιαγιάδες με τα εγγόνια τους, βλέπετε  καιροί δύσκολοι κι οι γονείς έπρεπε να φύγουν να πάνε κάπου αλλού να βρουν δουλειά. Κάθε Κυριακή οι γιαγιάδες έντυναν με τα καλύτερά τους ρούχα τα δυο μικρά παιδάκια και τα πήγαιναν στο λούνα παρκ, να παίξουν με τα αυτοκινητάκια, να φάνε μαλλί της γριάς και να πάρουν από ένα μεγάλο μπαλόνι. Ένα ροζ για το κορίτσι κι ένα γαλάζιο για το αγόρι. Και τα χρόνια πέρασαν και τα δυο παιδιά μεγάλωσαν, αλλά την συνήθεια να πηγαίνουν στο λούνα παρκ δεν την σταμάτησαν. Μια όμορφη Κυριακή είπε το κορίτσι στο αγόρι ο,τι τον είδε στο όνειρό της, αλλά αυτός δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό. Δεν είχε δει ποτέ όνειρο στην ζωή του. Στεναχωρήθηκε αρκετά και μετά από πολύ σκέψη αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο, μήπως και καταφέρει να βρει λύση στο πρόβλημά του. Το κορίτσι ήθελε να πάει μαζί του, αλλά αυτός δεν ήθελε να την βάλει σε κίνδυνο. Δικό του ήταν το πρόβλημα, αυτός έπρεπε να βρει την λύση. Ξεκίνησε λοιπόν την περιπλάνηση του. Πέρασε ποτάμια, βουνά, πόλεις και δάση και κάποτε έφτασε σε ένα μικρό χωριό. Όλοι του είπαν να πάει στον γέροντα του χωριού, που ήταν τόσο μεγάλος σε ηλικία που κι ο ίδιος είχε ξεχάσει πότε γεννήθηκε. Πήγε λοιπόν και του είπε το πρόβλημά του. Ο γέροντας όμως δεν τον ρώτησε περισσότερα γι’αυτό παρά τον ρώτησε ιστορίες από το χωριό του. Πως ήταν η γιαγιά του, πώς ήταν η φίλη του και πως ήταν κι η άλλη γιαγιά. Το παλικάρι του διηγήθηκε την ιστορία του. Μιλούσε πολλές ώρες ακατάπαυστα μέχρι που βράδιασε και στο τέλος ένιωσε τόσο κουρασμένος που ζήτησε συγγνώμη κι έφυγε να πάει να κοιμηθεί. Καθώς πλάγιασε κι έκλεισε τα μάτια του είδε ένα μεγάλο ροζ μπαλόνι να πετάει στον ουρανό και ξύπνησε μέσα στον ύπνο του. Ξύπνησε χαρούμενος γιατί είχε δει το πρώτο του όνειρο και τότε κατάλαβε πως τα όνειρα είναι η νοσταλγία, τα όνειρα είναι για να μας αγρυπνούν. Τώρα εάν είδε κι άλλα όνειρα το αγόρι της ιστορίας μας δεν ξέρω γιατί το ποντικάκι που μου έλεγε την ιστορία σταμάτησε στην μέση κι άρχισε να τρέχει. Είχε δει από μακριά μια γάτα να έρχεται ορεξάτη και φοβήθηκε. Τώρα εάν μου είπε ψέματα, ψέματα κι εγώ σας λέω…

Δημοσιεύθηκε από

Anastasia Thanasoula

Storyteller..Agriculturist.. Greek American..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s